Η ανανέωση των Προγραμμάτων Σπουδών (ΠΣ) από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) για το μάθημα της Λογοτεχνίας στο Λύκειο σηματοδοτεί μια ουσιαστική μετατόπιση του παιδαγωγικού παραδείγματος (Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής [ΙΕΠ], 2021).
Η όξυνση κατά τις τελευταίες δεκαετίες και η ανησυχητική εξάπλωση διεθνώς του φαινομένου της σχολικής βίας, ως συστημικού στοιχείου του εκπαιδευτικού οργανισμού –συνυφασμένου εξ ορισμού με τα δομικά, οργανωσιακά και λειτουργικά χαρακτηριστικά του (Αρτινοπούλου, 2001: 90)–, το οποίο, όμως, αν και εκκολάπτεται και ενδημεί στο σχολείο, εκτρέφεται και από παράγοντες εκτός του πλαισίου του (Βεργίδης, 2014), το έχουν αναγάγει σε κρίσιμης σημασίας εκπαιδευτικό-κοινωνικό πρόβλημα των αναπτυγμένων κοινωνιών της ύστερης νεωτερικότητας σε συνθήκες ακραίας οικονομικής ύφεσης και κοινωνικής αστάθειας και αβεβαιότητας (Mayer, 1995).
Η διδασκαλία της Ιστορίας αποτελεί καίρια διάσταση της αγωγής του σύγχρονου πολίτη, ένα κοινωνικά προσδιορισμένο αντικείμενο που με αμφίπλευρο φωτισμό του παρελθόντος και του παρόντος εστιάζει στη διαμόρφωση σκεπτόμενων και ιστορικά εγγράμματων πολιτών.
Η μικρομυθοπλασία ή μικροδιήγημα παρουσιάζεται ως απάντηση σε μια εποχή με πολλές ιδιαιτερότητες, η οποία θέτει ενώπιον του αναγνώστη τις συγκρούσεις μεταξύ των φύλων και καταδεικνύει τις πολλαπλές μορφές εξουσίας που ασκούνται πάνω στις γυναίκες σε όλα τα κοινωνικά πλαίσια.
Η αφηγηματική στρατηγική ενός έργου σχετίζεται με τον σχεδιασμό της αφήγησης, δηλαδή με τη ροή της, με τη χρονική αλληλουχία και την κατανομή των γεγονότων και με την πλοκή. Τα παραπάνω στοιχεία είναι το αποτέλεσμα του σχεδιασμού του έργου που έγινε από τον συγγραφέα.
Η κωμωδία Persa [= Ο Πέρσης] αποτελεί ένα από τα πιο σύντομα έργα της δραματουργίας του Πλαύτου,1 ενώ παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς την αξιοποίηση της τυπικής μορφής του δούλου καθώς και ως προς τη μεταθεατρική του λειτουργία.
Η αρχαία κωμωδία, προοριζόμενη πρωτίστως να προκαλέσει γέλιο, να τέρψει και να κερδίσει την επιδοκιμασία των θεατών για τη διεκδίκηση του πρώτου βραβείου, αντλεί συχνά τη θεματική της από την πολιτική επικαιρότητα, μετασχηματίζοντάς την δημιουργικά.
Οι Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες (ΕΜΔ) αποτελούν τη μεγαλύτερη αριθμητικά κατηγορία στη σημερινή ειδική αγωγή και στο σύνολό τους εκπαιδεύονται κυρίως στον χώρο της γενικής εκπαίδευσης, καθιστώντας την κατανόησή τους ως επιτακτική ανάγκη για όλες και όλους τις/τους εκπαιδευτικούς.
Ο υπότιτλος της ομιλίας μου δημιουργεί, ίσως, το ερώτημα, αν ο Καβάφης είναι και θεωρητικός της ποίησης, αν είχε προβληματιστεί γύρω από το νόημα της τέχνης του και αν διέθετε, συγκροτημένη θεωρητική σκέψη. Το ερώτημα είναι εύλογο, αφού ο ποιητής δεν μας άφησε δοκίμια για την Τέχνη.
Καθώς οι νέες τεχνολογίες διαμορφώνουν μια νέα κειμενική οικολογία (Αποστολίδου, 2012), η αξιοποίηση πολυτροπικών κειμένων στη λογοτεχνική εκπαίδευση όπως η ψηφιακή αφήγηση (digital storytelling) και η καλλιέργεια νέων γραμματισμών πλάι στους παραδοσιακούς γραμματισμούς κρίνεται αναγκαία.
Μέσα από τη διεθνή βιβλιογραφία και έρευνα διαπιστώνει κανείς το αυξανόμενο ενδιαφέρον διδασκαλίας της πολιτικής ποίησης στον βαθμό που αυτή συνδέεται με την καλλιέργεια της «ιδιότητας του πολίτη» και την ενδυνάμωση της δημοκρατικής παιδείας στο πλαίσιο των σύγχρονων δυτικών κρατών και σε αντίστιξη με την αύξηση συμπεριφορών που βρίσκονται σε άμεση σχέση με ακραία πολιτικά μορφώματα που καπηλεύονται την εθνική ταυτότητα με απώτερο στόχο την καλλιέργεια ρατσιστικών συμπεριφορών (Booker, 2015; Klawitter & Viol, 2013; Knight, & Lasczik Cutcher, 2017. Cuminale, 2017).
Σκοπός του κειμένου που ακολουθεί είναι η ανάδειξη της σχέσης του Προγράμματος Σπουδών της Λογοτεχνίας με την οργάνωση του μαθήματος στη σχολική τάξη.
Εισαγωγή και προβληματισμοί: Η διδασκαλία του μυθιστορήματος αποτελεί αναμφίβολα σημαντική τομή και ταυτόχρονα πρόκληση στη διδακτική της λογοτεχνίας στο σχολείο σε πολλαπλά επίπεδα.
Η λογοτεχνία μας βοηθά να ζήσουμε δίνοντας νόημα στη ζωή μας, μιλά για την ανθρώπινη εμπειρία, διευρύνει τα όριά μας και τη σκέψη μας, ενδυναμώνει τη διάδραση με τους άλλους, προσφέρει «αισθήματα και αισθήσεις που εφοδιάζουν τον πραγματικό κόσμο με νόημα και ομορφιά» (Todorov, 2007: 16) και βοηθά να διαβάσουμε το πραγματικό μέσα στην πολυπλοκότητά του.
Κατά καιρούς επανέρχεται στον δημόσιο λόγο ο προβληματισμός για το μορφωτικό επίπεδο των φοιτητών και των φοιτητριών των πανεπιστημιακών τμημάτων από τα οποία αποφοιτούν οι μελλοντικοί φιλόλογοι.
Η διδασκαλία της λογοτεχνίας στην ελληνική εκπαίδευση αποτελεί διαχρονικά έναν χώρο έντονου προβληματισμού και συχνών αναμορφώσεων.
Η καθημερινή τριβή με την εκπαιδευτική πραγματικότητα έχει καταδείξει ότι η διδασκαλία του «Άγνωστου Κειμένου» στο μάθημα «Αρχαία Ελληνικά, Ομάδα Προσανατολισμού Ανθρωπιστικών Σπουδών Γ΄ Λυκείου» γίνεται γεωδαιτημένα κατά το πρότυπο των Πανελλαδικών Εξετάσεων και με το πρόδηλο άγχος του διδάσκοντος και των διδασκομένων να καλυφθούν όλες οι εξεταστέες πτυχές του θεματικού αντικείμενου. Εύλογη απόρροια είναι η αυστηρή οριοθέτηση της μάθησης, η ανεμική δυναμική της τάξης, η μονοδιάστατη καλλιέργεια των hard skills και η υποβάθμιση των soft skills, δηλαδή των ήπιων δεξιοτήτων που αφορούν συμπεριφορές και στάσεις ανθρώπων και σχετίζονται με την κοινή λογική, την αλληλεπίδραση και την ευελιξία (Robles, 2012).
Στις πρόσφατες (2024) Πανελλαδικές Εξετάσεις 12 από τα 22 τμήματα που παράγουν εκπαιδευτικούς ΠΕ02 (ποσοστό 55%) παρουσιάζουν βαθμολογικό όριο εισαγωγής κάτω από τη βάση (χαμηλότερη αυτή του τμήματος Ιστορίας στην Κέρκυρα: 8400 μόρια) και τα υπόλοιπα 10 στριμώχνονται λίγο πάνω από το 10, ενώ η υψηλότερη βάση είναι μόλις στα 12660 (Φιλολογία ΕΚΠΑ). Η εύκολη λύση είναι να αποδώσουμε την εικόνα αυτή στην κρίση των ανθρωπιστικών σπουδών διεθνώς ή στις διαφορετικές πλέον ανάγκες της αγοράς. Ωστόσο, μάλλον χρειάζεται να γίνει και μια ενδοσκόπηση.
Έχουν προταθεί πολλοί λόγοι για τους οποίους οι άνθρωποι ενδιαφέρονται για το παρελθόν: η περιέργεια και η γοητεία του εξωτικού, η επιθυμία να μάθουμε από τις εμπειρίες άλλων ανθρώπων, η παραδοχή ότι το παρελθόν ενός ατόμου καθορίζει την ταυτότητά του και ότι η αντίληψη, ακόμα κι αν μπορεί να είναι ψευδής ή επινοημένη, ενός κοινού παρελθόντος προωθεί μια αίσθηση της κοινότητας (Munz, 1997. Durkheim, 1915). Έτσι, έχει υποστηριχθεί ότι «μία από τις χρήσεις της ιστορίας υπήρξε πάντοτε (στη δυτική κοινωνία τουλάχιστον) η δημιουργία των παραδοσιακών μυθολογιών, αποδίδοντας μια ιστορική ιερότητα στην παρούσα αυτο-εικόνα ομάδων, τάξεων και κοινωνιών» (Stedman Jones, 1972: 112). Αν και ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης θα είχαν απορρίψει τον εν λόγω ισχυρισμό με περιφρόνηση (Cartledge, 1997), σύγχρονες μελέτες για την ιδεολογία και την ταυτότητα, και την Ιστορία δέχονται την τελευταία ως λόγο (discourse), αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης μεταξύ της κοινωνικής πραγματικό- τητας και του εκφερόμενου κειμένου (Smith, 2009. Flowerdew, 2012). Το παρόν άρθρο εντάσσεται στο ευρύτερο πεδίο των μελετών αυτών και δομείται γύρω από τρεις άξονες: αξιοποιώντας ως υλικό μελέτης τις αρχαιολογικές αφηγήσεις στα σχολικά βιβλία Αρχαίας Ιστορίας, διερευνά την έμφυλη κατασκευή του εθνικού εαυτού κατά τη γεωμετρική περίοδο.